Η ελληνική μυθολογία βρίθει υπερφυσικών και τερατωδών πλασμάτων. Ανάμεσα σε αυτά είναι και οι Ερινύες. Αναφέρονται ως χθόνιες θεότητες, οι οποίες είχαν προορισμό να τιμωρούν εκείνους που παρέβαιναν τους ηθικούς νόμους. Κατοικούσαν στον Άδη, απ΄ όπου και αναλάμβαναν την εκτέλεση των ποινών που έθεταν οι κριτές του Άδη και της Δίκης στους ανθρώπους.

Κατά τον Ησίοδο (Θεογονία στ.178-185) γεννήθηκαν από το αίμα του Ουρανού, που έσταξε στη Γη όταν τον ευνούχισε ο γιος του Κρόνος. Κατά τον Αισχύλο ήταν κόρες της Νύκτας, ενώ κατά τον Σοφοκλή κόρες της Γης και του Σκότους.

Όπως η γέννησή τους, έτσι και ο αριθμός τους δεν είναι ακριβής. Ο Όμηρος δεν αναφέρει πόσες ήταν. Ο Αισχύλος εισάγει ολόκληρο χορό Ερινύων, ενώ ο Ευριπίδης σε ένα δράμα του αναφέρει τρεις, με ονόματα που έδωσαν μεταγενέστεροι – όπως ο Βιργίλιος, που επίσης αναγνωρίζει τρεις: Αληκτώ, Μέγαιρα και Τισιφόνη.

Αμείλικτοι τιμωροί

Η Αληκτώ (ανθρωπομορφισμός της οργής και μανίας) είχε ως αποστολή της την τιμωρία των ηθικών εγκλημάτων – όπως ο θυμός, ειδικά αν στρέφονταν εναντίον άλλων ανθρώπων.

Η εξουσία της ήταν παρόμοια με της Νέμεσης, με τη διαφορά ότι η εξουσία της τελευταίας ήταν να τιμωρεί εγκλήματα εναντίον των θεών. Αναφέρεται στην Αινειάδα του Βιργιλίου και επίσης στη Θεία Κωμωδία του Δάντη (Κόλαση) ως μία από τις τρεις Ερινύες.

Η Μέγαιρα (ανθρωπομορφισμός του μίσους και του φθόνου) τιμωρούσε ιδιαίτερα τη συζυγική απιστία. Ίσως γι΄ αυτό στη νεότερη εποχή η λέξη «μέγαιρα» κατέληξε να σημαίνει απαίσια και αδυσώπητη γυναίκα – τόσο στη νεοελληνική, όσο και σε άλλες γλώσσες: Στη σύγχρονη γαλλική (megere) και πορτογαλική (megera) γλώσσα υποδηλώνει μια αντιπαθητική, φθονερή ή αξιοπεριφρόνητη γυναίκα, ενώ η ιταλική λέξη megera σημαίνει κακή ή/ και άσχημη γυναίκα.

Η Τισιφόνη (ανθρωπομορφισμός της εκδίκησης φόνου) πιστευόταν ότι δρούσε ως τιμωρός των δολοφόνων. Στην «Αινειάδα» του Βιργιλίου είναι η θηριώδης και σκληρή φρουρός των πυλών των Ταρτάρων.

Τρομακτικές στην όψη

Η εμφάνιση των Ερινύων ήταν τρομακτική. Σύμφωνα με σχετικές απεικονίσεις, τα κεφάλια τους ήταν τυλιγμένα με φίδια, το βλέμμα τους αστραφτερό και η όψη τους μαύρη.

Στα χέρια τους συνήθως κρατούσαν αναμμένες δάδες, για να διαλύουν τα σκότη που ευνοούσαν ή κάλυπταν τα διαπραχθέντα εγκλήματα, καθώς και φιδοφόρο μαστίγιο ως όπλο κατά των δραστών. Στη μέση τους φορούσαν ζώνη δίνοντας την όψη Μαινάδων, γι΄ αυτό επίσης ονομάζονταν και «Βάκχες τoυ Άδη».

Ωστόσο, όταν οι άνθρωποι τηρούσαν με ευλάβεια τους συμπαντικούς νόμους, οι τρεις τιμωροί μεταμορφώνονταν σε Ευμενίδες – ευεργετικές θεότητες που θεωρούνταν προστάτιδες των ξένων και των ζητιάνων.

* Στη Μακεδονία υπήρχαν παρόμοιες θεότητες που τις ονόμαζαν Αραντίδες.

Η ανηλεής καταδίωξη του Ορέστη

Από τις πιο γνωστές καταδιώξεις των Ερινύων αναφέρεται εκείνη κατά του μητροκτόνου Ορέστη, που ερχόμενος στην Αθήνα δικάστηκε από τον Άρειο Πάγο ως φονιάς έχοντας συνήγορό του τον θεό Απόλλωνα, ενώ η θεά Αθηνά προέδρευε των δικαστών. Στην ισοψηφία που ακολούθησε η Αθηνά έδωσε την ψήφο της υπέρ της αθώωσης του ήρωα. Τότε αναφέρεται πως οι Ερινύες οργίστηκαν και κατά της Αθηνάς και κατά της πόλης. Για να τις εξευμενίσουν λοιπόν οι Αθηναίοι ίδρυσαν «Ιερό Ευμενίδων» κοντά στον Άρειο Πάγο και αποφάσισαν τις δίκες περί φόνου να τις εκδικάζει ο βασιλιάς της πόλης.

Η παραπάνω δίκη του Ορέστη αποτέλεσε και την υπόθεση του δράματος «Ευμενίδες» που με τον «Αγαμέμνονα» και τις «Χοηφόρες» συγκροτούν την περίφημη τριλογία του Αισχύλου «Ορέστεια».

Σήμερα Ερινύες ονομάζουμε τις τύψεις, που μας «καταδιώκουν», όταν κάνουμε μια ανήθικη πράξη.

Αν θέλεις να λύσεις κι άλλες απορίες, κάνε like στη σελίδα μας στο Facebook