Οι αγχώδεις διαταραχές είναι το πιο συχνό πρόβλημα για το οποίο επισκέπτονται οι άνθρωποι κάποιον ειδικό ψυχικής υγείας. Είναι αντιμετωπίσιμες με ψυχοθεραπεία ή φαρμακοθεραπεία, εάν χρειάζεται.

Η Συμβουλευτική ψυχολόγος – NLP Practitioner Μαρία Μεραμβελιωτάκη-Simon τονίζει πως για να κατανοήσουμε καλύτερα το πώς λειτουργεί το άγχος και πώς διαιωνίζεται το πρόβλημα, θα πρέπει να γνωρίζουμε τα εξής:

Υπάρχουν διάφοροι τύποι αγχωδών διαταραχών:

Η Διαταραχή Πανικού, στην οποία παρουσιάζονται ξαφνικές κρίσεις άγχους με έντονα σωματικά συμπτώματα όπως τρέμουλο, σφίξιμο στο στήθος, αίσθημα παλμών, ζαλάδα, δύσπνοια καθώς και σκέψεις ότι κάτι κακό θα συμβεί, όπως ότι το άτομο θα λιποθυμήσει, θα χάσει τα λογικά του ή θα πεθάνει.

Η Διαταραχή Γενικευμένου Άγχους, στην οποία υπάρχει διαρκής ένταση και μη ρεαλιστική ανησυχία για καθημερινές δραστηριότητες. Εάν είναι σοβαρής μορφής, παρεμποδίζει το άτομο να είναι λειτουργικό στη ζωή του.

Η Διαταραχή Κοινωνικού Άγχους, στην οποία υπάρχει έντονο άγχος για την κοινωνική αλληλεπίδραση πίσω από την οποία κρύβεται η σκέψη πως θα αξιολογηθούν αρνητικά από τους άλλους, θα τους κρίνουν, θα τους απορρίψουν ή ότι θα γίνουν ρεζίλι.

Οι ειδικές φοβίες, οι οποίες είναι υπέρμετροι φόβοι αντικειμένων η καταστάσεων, όπως π.χ κλειστοφοβία, φοβία αεροπλάνων κτλ.

Η Ιδεοψυχαναγκαστική Διαταραχή, η οποία προηγουμένως θεωρούνταν κι αυτή μια αγχώδης διαταραχή ενώ τώρα κατηγοριοποιείται ξεχωριστά, έχει παρόλα αυτά πολύ στενή σχέση με το άγχος στην παθολογική του μορφή. Εδώ το άτομο βασανίζεται από εμμονές, οι οποίες του προκαλούν έντονη δυσφορία/άγχος και στην προσπάθεια να εξουδετερώσει το άγχος αυτό καταφεύγει σε συγκεκριμένα τελετουργικά ή συνήθειες (καταναγκασμούς).

Είναι αδύνατο να ελέγξουμε το άγχος και όσο περισσότερο προσπαθούμε να το «νικήσουμε», τόσο περισσότερο αγχωνόμαστε.

Όταν υποφέρουμε από υπερβολικό άγχος, η πρώτη μας ενστικτώδης αντίδραση είναι να προσπαθήσουμε να το διώξουμε, να το σταματήσουμε, να το ελέγξουμε. Μπορεί να χρησιμοποιήσουμε διάφορες στρατηγικές για να το καταφέρουμε – κάποιες βοηθητικές και κάποιες όχι. Οι περισσότερες από αυτές μας δίνουν απλώς μια παροδική ανακούφιση κι αργότερα το άγχος επιστρέφει. Όλες οι αποτυχημένες μας προσπάθειες να ελέγξουμε το άγχος καταλήγουν να αισθανόμαστε απογοήτευση, λύπη ή ακόμα και ντροπή για την «ανικανότητά» μας να το σταματήσουμε. Αυτό που δεν ξέρουμε είναι ότι ο λόγος της αποτυχίας μας είναι πως το άγχος ουσιαστικά δεν ελέγχεται, δεν μπορούμε να το νικήσουμε ή να το κατατροπώσουμε.

Η διαχείριση του άγχους δεν είναι θέμα προσωπικής δύναμης και οι άνθρωποι που είναι αγχώδεις δεν είναι απλώς αδύναμοι χαρακτήρες.

Εάν πιστεύουμε κάτι τέτοιο είναι επειδή εξακολουθούμε να θεωρούμε πως πρέπει να πολεμήσουμε το άγχος και να το νικήσουμε. Εάν δεν τα καταφέρουμε, σημαίνει πως είμαστε αδύναμοι και πως δεν μπορούμε να επιβληθούμε στον εαυτό μας. Εάν τύχει να βιώνει ένας δικός μας άνθρωπος υπερβολικό άγχος, μπορεί να του ζητάμε να το πολεμήσει, να χαλαρώσει, να του λέμε ότι όλα είναι στο μυαλό του. Τις περισσότερες φορές μια τέτοια προσέγγιση αποδυναμώνει τον πάσχοντα θυμίζοντάς του πως δεν τα καταφέρνει.

Εάν λοιπόν η διαχείριση του άγχους δεν είναι θέμα δύναμης και θέλησης, τότε τι βοηθά;

Εάν αντί να παλεύουμε επιτρέπαμε στο άγχος να πιάσει το χώρο του, εάν το προσεγγίζαμε με φιλικότητα αντί εχθρικότητα, ίσως να έχανε την τρομακτική του υπόσταση.

Σε μια κλασική μεταφορά που χρησιμοποιείται στη Θεραπεία Αποδοχής και Δέσμευσης για χρόνια στεκόμαστε πάνω από μια μεγάλη τρύπα: από τη μια μεριά εμείς, από την άλλη το άγχος και τραβάμε και οι δύο το σκοινί για να δούμε ποιος θα νικήσει. Το αποτέλεσμα είναι πως κανένας δεν νικά, αλλά όσο περισσότερο τραβάμε, τόσο πλησιάζουμε στην τρύπα. Ας δοκιμάσουμε κάτι καινούργιο: Ν΄ αφήσουμε το σκοινί, ν΄ αποχωρήσουμε από την πάλη.

Αντί να τρέχουμε μακριά από το άγχος, μπορούμε να προχωρήσουμε πιο κοντά σε αυτό που είμαστε.

Μπορούμε να ζήσουμε αφήνοντας το άγχος να υπάρχει  χωρίς να επικεντρωνόμαστε απόλυτα σε αυτό. Ανακαλύπτοντας τις αξίες μας, τα πράγματα που είναι σημαντικά για εμάς, μπορούμε να αρχίσουμε να ζούμε υπηρετώντας αυτές τις αξίες και θέτοντας στόχους που θα κάνουν τη ζωή μας πληρέστερη. Το άγχος μας θα υπάρχει, αλλά δεν θα είναι το επίκεντρο γύρω από το οποίο θα περιστρέφονται τα πάντα.

Κάθε συναίσθημα αντιπροσωπεύει μια εσωτερική φωνή που πασχίζει ν΄ ακουστεί.

Τι μπορεί να λέει αυτή η φωνή; Ίσως να λέει «Φοβάμαι ότι θα πάθω κακό». Αυτές είναι οι σκέψεις μας και κάποιες σκέψεις μας δεν είναι καθόλου βοηθητικές. Αντιθέτως είναι τρομακτικές, κακόβουλες και μας εμποδίζουν από το να ζούμε τη ζωή που θέλουμε. Εάν μας κυριεύει ένα αρνητικό συναίσθημα, σημαίνει πως ακούμε και πιστεύουμε απόλυτα αυτές τις σκέψεις.

Μπορούμε να εξασκηθούμε στο να μην υπακούμε τις μη βοηθητικές σκέψεις μας.

Εάν δεν μπορούμε να σταματήσουμε αυτές τις σκέψεις, μπορούμε να επιλέξουμε να μην τις πιστεύουμε, να μην τις υπακούμε. Όταν λοιπόν το μυαλό μου λέει: «Θα γίνω ρεζίλι», μπορώ να εξασκηθώ στο να βλέπω τη σκέψη αυτή γι΄ αυτό που είναι – μια σκέψη – κι όχι πραγματικότητα. Εάν την υπακούσω, θα ζω τη ζωή που θέλω; Αυτό είναι το ερώτημα που είναι χρήσιμο να θέσουμε στον εαυτό μας. Εάν δεν την υπακούσω, τι μπορεί ν΄ αλλάξει;

Αν θέλεις να λύσεις κι άλλες απορίες, κάνε like στη σελίδα μας στο Facebook